πλέγμα
Νιώθω τόσο χαμηλή, μάζεψέ με από το πάτωμα, σου άπλωσα το χέρι αλλά μπερδεύτηκες και έτσι, αντί να το τραβήξεις, το δάγκωσες, έβγαλα μια μικρή φωνή γιατί με πόνεσες, αλλά μπερδεύτηκες και πάλι, νόμισες ότι μ’αρέσει και έτσι με δάγκωσες πιο δυνατά, στην τηλεόραση έπαιζε μεταγλωττισμένα βραζιλιάνικα σήριαλ, από το χέρι μου έσταζε αίμα πάνω στο βρώμικο μωσαικό του πατώματός μας, από τα μάτια μου έτρεχαν στάχυα, ο ουρανός έξω είχε το χρώμα της στάχτης, όλη η πόλη καιγόταν πάνω από τα σύννεφα εκείνο τον αύγουστο, ο λαιμός μου είναι δικός σου, σου είπα, έπειτα τράβηξα ένα μαχαίρι από κάτω από το στρώμα και το ακούμπησα πάνω στο δέρμα που με περιείχε και με καθιστούσε ανθρώπινο πλάσμα μέχρι εκείνη τη στιγμή, τότε, η ύλη μου διέφυγε από το χαλαρό της κάλυμα και έπεσε σε εκατομμύρια κόκκους πάνω στο έδαφος της δικής σου σάρκας, τρίτος όροφος, το ασανσερ είναι κρύο, το κοιτάζω καλά καλά και συνειδητοποιώ ότι δεν είναι ασανσερ, έκτος όροφος, είναι ψυγείο, τριακοστός όγδοος όροφος, μια ελαφρά ψύχρα με αρπάζει από το σβέρκο και με τραβάει με βία προς τα κάτω, εκατοστός δεύτερος όροφος, τραβάω το βλέμμα από το πάτωμα και κοιτάζω προς τα πάνω, γύρω μου κρέμονται τομάρια γδαρμένων ζώων, είμαστε όλοι έτοιμοι για ψήσιμο και φάγωμα, μαμά, μπορείς τώρα να ανάψεις το φούρνο, εκατομμυριοστός διακοσιοστός εικοστός πέμπτος όροφος, ξαφνικά θυμήθηκα ότι ήσουν και εσύ εδώ, κοίταξα γύρω να σε βρω αλλά είχες φύγει, είχες είχες είχες πέσει από το παράθυρο του προηγούμενου ορόφου-θυμήθηκα- είχες πέσει σαν αστρική σκόνη στα κεφάλια των παιδιών που περίμεναν να τελειώσει το καλοκαίρι για να γυρίσουν πίσω στο δάσος και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι τους έλεγαν τα ψάρια όλο το καλοκαίρι στην αμμουδιά, τα μάτια σου δεν είχαν κανένα χρώμα, όταν με κοίταζες, με ρουφούσε ένα άχρωμο κενό, προσπαθούσα να πιαστώ από κάπου, αλλά όλα γύρω ήταν σκόνη, στρείδια κατάπιναν τη γλώσσα μου, αστακοί κολυμπούσαν στην κοιλιά μου, τα τέρατά σου ήταν ξαμολυμένα στην παραλία και εσύ εξαφανισμένος, το μυαλό μου εξατμιζόταν στους ουρανούς, ανάληψη και γινόμουν θεός, τι ωραίο ψέμα που θα γίνουμε, θυμάσαι;
Monday, August 24, 2009
διαροές
Παγωμένες διαφημίσεις μου φιμώνουν τα μάτια, τις ρουφάω με το καλαμάκι και σχεδόν δακρύζω από συγκίνηση καθώς κατεβαίνουν στο λαιμό μου σαν κύβοι πάγου, δύο φωνές μου ψιθυρίζουν ερωτόλογα, η μπλε είναι αντρική και η μαύρη γυναικεία, έχουμε ακόμη δύο ώρες για να ξοδέψουμε σ’αυτόν τον πλανήτη πριν την εκτόξευση του διαστημόπλοιου, πατάω σπασμένα γυαλιά και οι πατούσες μου ματώνουν, εσύ γελάς, κοιτάζω το κόκκινο και γελάω και εγώ, υστερικά γέλια, αστερίες σκαρφαλώνουν στους τοίχους, το δέρμα σου είναι ζεστό και μυρίζει σπίτι, μρά απογεύματα γλιστράνε από τις τσέπες μας, οι φωτογραφίες ν+μας κατασκοπεύουν ανάμεσα από τους τοίχους, δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα, ούτε τα καλά, ούτε τα άσχημα, σβήνω τις μέρες μου σαν κιμωλία πάνω σε πίνακα, τις γράφω από την αρχή, φοβάσαι, το ίδιο και εγώ.
Παγωμένες διαφημίσεις μου φιμώνουν τα μάτια, τις ρουφάω με το καλαμάκι και σχεδόν δακρύζω από συγκίνηση καθώς κατεβαίνουν στο λαιμό μου σαν κύβοι πάγου, δύο φωνές μου ψιθυρίζουν ερωτόλογα, η μπλε είναι αντρική και η μαύρη γυναικεία, έχουμε ακόμη δύο ώρες για να ξοδέψουμε σ’αυτόν τον πλανήτη πριν την εκτόξευση του διαστημόπλοιου, πατάω σπασμένα γυαλιά και οι πατούσες μου ματώνουν, εσύ γελάς, κοιτάζω το κόκκινο και γελάω και εγώ, υστερικά γέλια, αστερίες σκαρφαλώνουν στους τοίχους, το δέρμα σου είναι ζεστό και μυρίζει σπίτι, μρά απογεύματα γλιστράνε από τις τσέπες μας, οι φωτογραφίες ν+μας κατασκοπεύουν ανάμεσα από τους τοίχους, δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα, ούτε τα καλά, ούτε τα άσχημα, σβήνω τις μέρες μου σαν κιμωλία πάνω σε πίνακα, τις γράφω από την αρχή, φοβάσαι, το ίδιο και εγώ.
Subscribe to:
Posts (Atom)
