ψάρια
Με λένε Κυβέλη Γρόλλιου.
Είμαι 25 χρονών. Μένω σε ένα τριάρι στα Κάτω Πατήσια, μαζί με τον άντρα μου και τα δύο μας παιδιά. Αυτή τη στιγμή δεν εργάζομαι.
Μεγάλωσα στην Αμφιλοχία. Ο πατέρας μου δούλευε στην ιχθυόσκαλα, ιχθυολόγος. Όταν ήμουν μικρή δεν καταλάβαινα τι σημαίνει ιχθυολόγος. Εκείνος μου είχε εξηγήσει ότι ήταν ένα είδος γιατρού για τα ψάρια. 'Επειτα, δεν καταλάβαινα ούτε τι είναι η ιχθυόσκαλα. Έτσι, μου είχε εξηγήσει ότι η ιχθυόσκαλα είναι ένα μέρος όπου οι άνθρωποι εκτρέφουν ψάρια που προορίζονται για τροφή. Μετά εγώ δεν καταλάβαινα τι στο καλό χρειάζονται το γιατρό τα ψάρια, αφού στο τηγάνι θα καταλήξουν. Πολλά δεν καταλάβαινα όταν ήμουν μικρή.
Καμιά φορά, ο πατέρας μου με πήγαινε μαζί του στη σκάλα, τότε εγώ φανταζόμουνα ότι η ιχθυόσκαλα, που στο μυαλό μου ήταν κάτι σαν φυλακή για ψάρια-μελλοθάνατους, είχε μεγάλες πόρτες, και ότι εγώ, λέει, βουτούσα στη θάλασσα, άνοιγα τις πόρτες και όλα τα ψάρια δραπέτευαν στα ανοιχτά νερά. Δεν βούτηξα ποτέ στη θάλασσα, αλλά από συμπαράσταση στα ψάρια-κρατούμενους δεν έφαγα ποτέ ψάρι μέχρι που έγινα 20 χρονών και απαγόρευσα στη μάνα μου να τα μαγειρέυει . Η μάνα μου έβαζε τις φωνές, έλεγε, τι πράγματα είναι αυτά, το ψάρι είναι η πιο θρεπτική τροφή, φάε παιδί μου λίγο ψάρι.Τον πατέρα μου τον αγαπούσα υπερβολικά, τον φανταζόμουνα αντάρτη στις φυλακές ψαριών, τον μόνο που δούλευε για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των ψαριών-κρατούμενων, να παλεύει να κάνει καλά τα άρρωστα ψάρια σε ένα σύστημα που τον αντιμαχόταν και ήθελε να τα εξολοθρεύσει.
Τελειώνονας το σχολείο πέρασα στο Παιδαγωγικό. Ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω. Η Αθήνα τότε μου άρεσε πολύ, καινούριο σπίτι, καινούριος κόσμος,καινούριοι γκόμενοι, καινούρια μέρη. Τα μεσημέρια πηγαίναμε για καφέ, ψάχναμε μουσικές, ταινίες, βιβλία και τα βράδια ξενυχτούσαμε αλωνίζοντας την πόλη.
Στο πρώτο μου έτος στο πανεπιστήμιο, ο πατέρας μου πέθανε από καρδιά. Γύρισα πίσω στην Αμφιλοχία για να τον βάλουμε στο χώμα. Στην κηδεία δεν έκλαψα.
Στα 19 μου γνώρισα τον άντρα μου, τον Σταμάτη. ΄Ηταν πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου, αρχιτέκτονας .Τα πρωινά δούλευε σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο στη Σταδίου και τα βράδια γυρνούσε τα γκοθάδικα της πόλης. Εγώ τότε είχα τρεξίματα με ένα γκοθά, η ίδια δεν ήμουν γκοθού, εκείνος με έτρεχε στα στέκια του, έμπαινα μέσα με λουλουδάτα φορεματάκια και με κοίταζαν λες και ημουν εξωγήινη. Τότε πηγαίναμε στο παλιό Dada. Εκεί γνώρισα τον Σταμάτη. Ήταν φίλος του γκόμενού μου. Έτσι αρχίσαμε να μιλάμε. Ο Σταμάτης μου περιέγραφε τα σπίτια και τους δρόμους και τις πόλεις σε ξένες χώρες, μου έλεγε για την αρχιτεκτονική τους, τις γραμμές τους, τα υλικά τους, τις εκκλησίες με τις κορυφές που τρυπούσαν τον ουρανό δίπλα σε κτίρια από γυαλί και γέφυρες που κρέμονταν από συρμάτινα σκοινιά και εγώ ταξίδευα με το μυαλό μου σε μακρινές πολιτείες. Είχα ενθουσιαστεί. Όσο ήμουν στην Αμφιλοχία ταξίδευα με το μυαλό μου μόνο στον πάτο της θάλασσας.
Με τον Σταμάτη γίναμε ζευγάρι 4 μήνες αφού γνωριστήκαμε, όταν ο γκοθάς με παράτησε για μια άλλη. Περνούσαμε πολύ ωραία, μου πρότεινε βιβλία για να διαβάσω, πηγαίναμε στα αυτόνομα στέκια στα εξάρχεια, εκείνος ήταν πολιτικοποιημένος και χωμένος στις οργανώσεις, εγώ δεν ήμουν, στην αρχή πηγαίναμε στα στέκια και με κοίταζαν λες και ήμουν βλαμμένη, μετά με συνήθισαν. Ο Σταμάτης ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί μου, μαγείρευε και τρώγαμε, ερχόταν να με πάρει από τη σχολή, με πρόσεχε. Εμένα μου άρεσε πολύ, αλλά το μυαλό μου δεν ήταν σε ένα μέρος τότε, βγαίναμε με τις φίλες μου στο decadence γινόμουν στουπί στο μεθύσι και φασωνόμουν με όποιον να 'ταν. Δεν ξέρω αν τον ερωτεύτηκα ποτέ τον Σταμάτη.
Ύστερα από 5 μήνες έμεινα έγκυος. Παράτησα τη σχολή και παντρεύτηκα με τον Σταμάτη. 9 μήνες μετά γέννησα το γιο μου. Τον είπαμε Νηρέα.
Μισό χρόνο μετά, έμεινα και πάλι έγκυος, αυτή τη φορά έκανα μια κόρη. Την είπαμε Δωρίδα. Φύγαμε από το δυάρι που μέναμε με τον Σταμάτη στα Εξάρχεια και μετακομίσαμε σε ένα μεγαλύτερο σπίτι, αυτό που μένουμε τώρα.
Ο Νηρέας δεν είναι πραγματικός γιος του Σταμάτη. Την εποχή που έμεινα έγκυος, πηδιόμουν με πολλούς. Όταν είπα στο Σταμάτη ότι ήμουν έγκυος, το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν "δηλαδή, θα με παντρευτείς;" και μετά πρόσθεσε "αν θέλεις, βέβαια". Εγώ ήμουν τόσο τρομοκρατημένη που είπα αμέσως ναι, δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Ο Σταμάτης ήξερε, είχε καταλάβει φυσικά ότι ξενοπηδιόμουν, ωστόσο δε με ρώτησε ποτέ αν είναι δικό του το παιδί, ούτε και αμφέβαλε ποτέ. Δεν του είπα ποτέ ότι ο Νηρέας δεν είναι γιος του. Ο Σταμάτης είναι ο καλύτερος πατέρας. Ο Νηρέας τον λατρεύει.
Ο μόνος άνθρωπος που ξέρει ότι ο Νηρέας δεν είναι γιος πραγματικός του Σταμάτη είναι η μάνα μου. Της το είπα ένα βράδυ που ήμασταν στην Αμφιλοχία διακοπές. Ο Σταμάτης είχε μείνει στην Αθήνα, στο γραφείο. Τα παιδιά κοιμόντουσαν και η μάνα μου και εγώ καθόμασταν στην αυλή. Μύριζε βασιλικός και ακούγονταν τριζόνια. Κάποια στιγμή, με ρώτησε αν δίνω στα παιδιά να φάνε ψάρι. Τότε της είπα ότι ο Νηρέας δεν ήταν γιος του Σταμάτη. Δε μπορούσα να τη δω καλά, δεν είχαμε ανάψει φώτα για τα κουνούπια, ό,τι φώτιζαν οι λάμπες του δρόμου, όμως ορκίζομαι ότι ένιωσα τα μάτια της να με φτύνουν. Μετά σηκώθηκε και μπήκε στο σπίτι. Μετά από 2 μέρες, πήρα τα παιδιά και γυρίσαμε στην Αθήνα. Από τότε δεν ξαναπάτησα στην Αμφιλοχία και η μάνα μου δεν ξαναείδε τα εγγόνια της. Ο Σταμάτης δεν με ρώτησε ποτέ γιατί σταματήσαμε να μιλάμε.
Τα παιδιά μου, μου άλλαξαν τη ζωή. Τώρα τα πρωινά γυρίζω στις κούνιες και ετοιμάζω κρέμες και τα βράδια καθόμαστε με τον Σταμάτη και βλέπουμε dvd. Δεν με πειράζει. Τα λατρεύω τα παιδιά μου. Τώρα ταξιδεύω με το μυαλό μου στο χρόνο, για να μπορέσω να μείνω μαζί τους για πάντα.
Saturday, June 28, 2008
Thursday, June 26, 2008
πρώτη πάροδος ηλίου/ cheree
Περπατάω ξυπόλητη.
Περπατάω ξυπόλητη πάνω στο γρασίδι.
Νιώθω το γρασίδι κάτω από τα γυμνά μου πόδια.
Σε κάθε βήμα, δεκάδες μικρά φυλλαράκια μου γαργαλάνε τις πατούσες.
Πάνω στο γρασίδι, εκατομμύρια σταγόνες νερού περιμένουν να αναληφθούν στους ουρανούς ή να καταποντιστούν στα έγκατα της γης, η μετενσαρκωση του νερού. Καθώς περπατάω, το σώμα μου αντανακλάται πάνω στις σταγόνες-καθρέφτες, βλέπω το σώμα μου σπασμένο σε εκατομμύρια υγρά κομμάτια σκορπισμένα πάνω στη χλόη, το σώμα μου αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης. Ξαπλώνω στο γρασίδι για να το συναντήσω. Ξεχνιέμαι, όμως, και αρχίζω να τρώω παγωτό κρέμα σε χωνάκι, οι σταγόνες κυλάνε εδω και εκεί, δε με νοιάζει, ποτέ δεν υπήρξα συνεπής, ούτε συνεκτική, αλλά πάντοτε απολάμβανα να τεμπελιάζω τα μεσημέρια, με τα μαλλιά βρεγμένα και τα πατζούρια μισόκλειστα, με αγγγελικά ξίφη φωτός να τρυπάνε το δωμάτιο μέσα από τις γρίλλιες, ξαπλωμένη στο κρεββάτι, να σκεφτομαι τις σταγόνες πάνω στο γρασίδι.
Περπατάω ξυπόλητη.
Περπατάω ξυπόλητη πάνω στο γρασίδι.
Νιώθω το γρασίδι κάτω από τα γυμνά μου πόδια.
Σε κάθε βήμα, δεκάδες μικρά φυλλαράκια μου γαργαλάνε τις πατούσες.
Πάνω στο γρασίδι, εκατομμύρια σταγόνες νερού περιμένουν να αναληφθούν στους ουρανούς ή να καταποντιστούν στα έγκατα της γης, η μετενσαρκωση του νερού. Καθώς περπατάω, το σώμα μου αντανακλάται πάνω στις σταγόνες-καθρέφτες, βλέπω το σώμα μου σπασμένο σε εκατομμύρια υγρά κομμάτια σκορπισμένα πάνω στη χλόη, το σώμα μου αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης. Ξαπλώνω στο γρασίδι για να το συναντήσω. Ξεχνιέμαι, όμως, και αρχίζω να τρώω παγωτό κρέμα σε χωνάκι, οι σταγόνες κυλάνε εδω και εκεί, δε με νοιάζει, ποτέ δεν υπήρξα συνεπής, ούτε συνεκτική, αλλά πάντοτε απολάμβανα να τεμπελιάζω τα μεσημέρια, με τα μαλλιά βρεγμένα και τα πατζούρια μισόκλειστα, με αγγγελικά ξίφη φωτός να τρυπάνε το δωμάτιο μέσα από τις γρίλλιες, ξαπλωμένη στο κρεββάτι, να σκεφτομαι τις σταγόνες πάνω στο γρασίδι.
Sunday, June 22, 2008
Friday, June 20, 2008
night flight
Απόψε ο ύπνος μου διαφεύγει και πάλι. Έτσι, φορώ το μαύρο κουστούμι και κόβω βόλτες πετώντας πάνω από την πόλη. Σε ένα ύποπτο στενό, ένας τύπος με μια ουλή στο αριστερό μάγουλο μαχαιρώνει έναν τύπο που φοράει γυαλιά πίσω από ένα σκουπιδοτενεκέ. Δύο στενά πιο 'κει, μέσα σε έναν άλλο σκουπιδοτενεκέ, δυο γάτες πηδιούνται. Το μωρό που κοιμάται στο από πάνω διαμέρισμα ξυπνάει από τα ουρλιαχτά τους και αρχίζει να κλαίει. Στο δίπλα ακριβώς διαμέρισμα, ένας άντρας βλέπει τελεμάρκετινγκ στα σκοτάδια.Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του. Δυο τετράγωνα παρακάτω, σε ενα δυάρι, μια τηλεόραση είναι ανοιχτή στο ίδιο κανάλι.Mπροστά της ένα ζευγάρι τσακώνεται. Η γυναίκα φωνάζει, έπειτα χαστουκίζει τον άντρα και τελικά βγαίνει από το δυαρι βροντώντας την πόρτα πισω της. Κατεβαίνει τρέχοντας την σκάλα και βγαίνει από την πολυκατοικία. Διασχίζει το δρόμο. Ένα αυτοκίνητο σταματάει απότομα, ακούγονται τα φρένα που στριγγλίζουν και έπειτα ο οδηγος που φωνάζει, γαμώ-το -σπίτι-σου-καριόλα-ανοιξε-τα-στραβά-σου, η γυναίκα σταματάει, τον κοιτάζει για δευτερόλεπτα με απάθεια, μετά συνεχίζει να περπατάει και στρίβει στη γωνία. Ο οδηγός παρκάρει το αυτοκίνητο, φτιάχνει τα μαλλιά του στον καθρέφτη, βγαίνει έξω, κεντρικό κλείδωμα, μπαίνει σε ένα μπαρ, συναντάει μια κοπέλα ντυμένη με μπλε φόρεμα καθισμένη σε σκαμπό μπροστά στον μπαρμαν, του χαμογελάει, τη φιλάει, κάθεται δίπλα της. Παραγγέλνει Jack. Στο διπλανό τραπέζι μια εξηντάρα με πορτοκαλί μαλλιά λύνει σταυρόλεξα. Φοράει παντόφλες. Ο μπάρμαν βάζει την τεκίλα και κοιτάει απ'έξω στην απέναντι πλατεία, αλλά δεν μπορεί να δει τα πρεζάκια που πλακώνονται πίσω από τους θάμνους. Μια γυναίκα έχει πιάσει μια άλλη από τα μαλλιά, η δεύτερη αμύνεται μπήγοντας τα νύχια της στο μπράσο της πρώτης, γύρω τους έχουν μαζευτεί κι άλλα πρεζάκια, προσπαθούν να τις χωρίσουν. Από τον απο πάνω δρόμο περνάνε δύο παιδιά με σκέιτ, σταματάνε στο περίπτερο, αγοράζουν σοκολατούχο γάλα. Κάθονται σε ένα πεζούλι και πίνουν χωρίς να μιλάνε.
Απο πάνω τους φωσφορίζει ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Πετάω από τα σύρματα της ΔΕΗ πάνω σε μια ταράτσα και από εκεί πίσω στο σπίτι.Μπαίνω από το ανοιχτό παράθυρο και βρίσκω έναν άγνωστο να κοιμάται στο κρεβάτι μου.
Απόψε ο ύπνος μου διαφεύγει και πάλι. Έτσι, φορώ το μαύρο κουστούμι και κόβω βόλτες πετώντας πάνω από την πόλη. Σε ένα ύποπτο στενό, ένας τύπος με μια ουλή στο αριστερό μάγουλο μαχαιρώνει έναν τύπο που φοράει γυαλιά πίσω από ένα σκουπιδοτενεκέ. Δύο στενά πιο 'κει, μέσα σε έναν άλλο σκουπιδοτενεκέ, δυο γάτες πηδιούνται. Το μωρό που κοιμάται στο από πάνω διαμέρισμα ξυπνάει από τα ουρλιαχτά τους και αρχίζει να κλαίει. Στο δίπλα ακριβώς διαμέρισμα, ένας άντρας βλέπει τελεμάρκετινγκ στα σκοτάδια.Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του. Δυο τετράγωνα παρακάτω, σε ενα δυάρι, μια τηλεόραση είναι ανοιχτή στο ίδιο κανάλι.Mπροστά της ένα ζευγάρι τσακώνεται. Η γυναίκα φωνάζει, έπειτα χαστουκίζει τον άντρα και τελικά βγαίνει από το δυαρι βροντώντας την πόρτα πισω της. Κατεβαίνει τρέχοντας την σκάλα και βγαίνει από την πολυκατοικία. Διασχίζει το δρόμο. Ένα αυτοκίνητο σταματάει απότομα, ακούγονται τα φρένα που στριγγλίζουν και έπειτα ο οδηγος που φωνάζει, γαμώ-το -σπίτι-σου-καριόλα-ανοιξε-τα-στραβά-σου, η γυναίκα σταματάει, τον κοιτάζει για δευτερόλεπτα με απάθεια, μετά συνεχίζει να περπατάει και στρίβει στη γωνία. Ο οδηγός παρκάρει το αυτοκίνητο, φτιάχνει τα μαλλιά του στον καθρέφτη, βγαίνει έξω, κεντρικό κλείδωμα, μπαίνει σε ένα μπαρ, συναντάει μια κοπέλα ντυμένη με μπλε φόρεμα καθισμένη σε σκαμπό μπροστά στον μπαρμαν, του χαμογελάει, τη φιλάει, κάθεται δίπλα της. Παραγγέλνει Jack. Στο διπλανό τραπέζι μια εξηντάρα με πορτοκαλί μαλλιά λύνει σταυρόλεξα. Φοράει παντόφλες. Ο μπάρμαν βάζει την τεκίλα και κοιτάει απ'έξω στην απέναντι πλατεία, αλλά δεν μπορεί να δει τα πρεζάκια που πλακώνονται πίσω από τους θάμνους. Μια γυναίκα έχει πιάσει μια άλλη από τα μαλλιά, η δεύτερη αμύνεται μπήγοντας τα νύχια της στο μπράσο της πρώτης, γύρω τους έχουν μαζευτεί κι άλλα πρεζάκια, προσπαθούν να τις χωρίσουν. Από τον απο πάνω δρόμο περνάνε δύο παιδιά με σκέιτ, σταματάνε στο περίπτερο, αγοράζουν σοκολατούχο γάλα. Κάθονται σε ένα πεζούλι και πίνουν χωρίς να μιλάνε.
Απο πάνω τους φωσφορίζει ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Πετάω από τα σύρματα της ΔΕΗ πάνω σε μια ταράτσα και από εκεί πίσω στο σπίτι.Μπαίνω από το ανοιχτό παράθυρο και βρίσκω έναν άγνωστο να κοιμάται στο κρεβάτι μου.
Tuesday, June 17, 2008
χρόνος αλλού
Η παραλία είναι θαμμένη κάτω από κατάλευκα άσπρα βότσαλα. Κάθομαι ανακούρκουδα στην ακρογυαλιά με το πρόσωπο στραμμένο προς τη θάλασσα και την πλάτη γυρισμένη σε λεμονιές και ηλεκτρικές λάμπες κρεμασμένες από σύρματα. Γύρω μου πετάνε διαφανή πουλιά από νάυλον. Απο πάνω μου ξεφλουδίζει ένας γιγάντιος ήλιος, κομμάτια του πέφτουν στην παραλία και σπάνε σε χίλια κομμάτια, κάνοντας τα στρογγυλά βότσαλα να αστράφτουν τυλιγμένα σε μια εξώκοσμη λευκότητα που με τυφλώνει. Στα γεννέθλιά μου, μου έκανες δώρο ένα ζευγάρι μαγικά γυαλιά ηλίου, όταν τα φοράω μπορώ να βλέπω τα χρώματα. Τα βγάζω λοιπόν από την τσάντα και τα στερεώνω στο πρόσωπό μου. Τώρα ο ουρανός είναι γαλάζιος και η θάλασσα βαθύ μπλε, όπως πρέπει να είναι ο ουρανός και η θάλασσα.Στον πάτο της θάλασσας γυαλίζουν κουτιά από αλουμίνιο κι ασημένιες κορδέλες, μεταλλικός βυθός που αναπνέει μικροσκοπικές φυσαλίδες.Αγγίζω το μπράτσο μου στο μέσα μέρος της κλείδωσης του αγκώνα, στο σημείο που χθες το βράδυ με φιλούσες και εγώ έκανα πως ψάχνω να διαβάσω τη σκέψη του κόσμου στο ταβάνι. Τώρα ίσως και να μετανιώνω που περνάω τον περισσότερο καιρό αιωρούμενη πάνω από φανταστικές ζωές, ενώ θα μπορούσα να ρουφάω λεμονάδα μαζί σου προσγειωμένη σε κάποιο μπαλκόνι και από κάτω μας να τρέχει ο κόσμος. Αλλά ίσως και όχι.
Όπως και να 'χει, τώρα ο ήλιος ανοίγει πόρτες στη γυμνή μου πλάτη και κλέβει σταγόνες από το αίμα μου και στεφανώνει το κεφάλι μου με ανύπαρκτα ψυθιριστά μυστικά, όμως δε με νοιάζει πια να αυτοαποκαλούμαι νικήτρια. Έτσι λύνω τα μαλλιά μου και σηκώνομαι όρθια. Βγάζω το μαγιώ μου και με ασβεστωμένες σαν νησιώτικη αυλή πατούσες προχωράω προς τα μπρος, διασχίζω την απόσταση και πέφτω στην κρυσταλλική θάλασσα.
Η παραλία είναι θαμμένη κάτω από κατάλευκα άσπρα βότσαλα. Κάθομαι ανακούρκουδα στην ακρογυαλιά με το πρόσωπο στραμμένο προς τη θάλασσα και την πλάτη γυρισμένη σε λεμονιές και ηλεκτρικές λάμπες κρεμασμένες από σύρματα. Γύρω μου πετάνε διαφανή πουλιά από νάυλον. Απο πάνω μου ξεφλουδίζει ένας γιγάντιος ήλιος, κομμάτια του πέφτουν στην παραλία και σπάνε σε χίλια κομμάτια, κάνοντας τα στρογγυλά βότσαλα να αστράφτουν τυλιγμένα σε μια εξώκοσμη λευκότητα που με τυφλώνει. Στα γεννέθλιά μου, μου έκανες δώρο ένα ζευγάρι μαγικά γυαλιά ηλίου, όταν τα φοράω μπορώ να βλέπω τα χρώματα. Τα βγάζω λοιπόν από την τσάντα και τα στερεώνω στο πρόσωπό μου. Τώρα ο ουρανός είναι γαλάζιος και η θάλασσα βαθύ μπλε, όπως πρέπει να είναι ο ουρανός και η θάλασσα.Στον πάτο της θάλασσας γυαλίζουν κουτιά από αλουμίνιο κι ασημένιες κορδέλες, μεταλλικός βυθός που αναπνέει μικροσκοπικές φυσαλίδες.Αγγίζω το μπράτσο μου στο μέσα μέρος της κλείδωσης του αγκώνα, στο σημείο που χθες το βράδυ με φιλούσες και εγώ έκανα πως ψάχνω να διαβάσω τη σκέψη του κόσμου στο ταβάνι. Τώρα ίσως και να μετανιώνω που περνάω τον περισσότερο καιρό αιωρούμενη πάνω από φανταστικές ζωές, ενώ θα μπορούσα να ρουφάω λεμονάδα μαζί σου προσγειωμένη σε κάποιο μπαλκόνι και από κάτω μας να τρέχει ο κόσμος. Αλλά ίσως και όχι.
Όπως και να 'χει, τώρα ο ήλιος ανοίγει πόρτες στη γυμνή μου πλάτη και κλέβει σταγόνες από το αίμα μου και στεφανώνει το κεφάλι μου με ανύπαρκτα ψυθιριστά μυστικά, όμως δε με νοιάζει πια να αυτοαποκαλούμαι νικήτρια. Έτσι λύνω τα μαλλιά μου και σηκώνομαι όρθια. Βγάζω το μαγιώ μου και με ασβεστωμένες σαν νησιώτικη αυλή πατούσες προχωράω προς τα μπρος, διασχίζω την απόσταση και πέφτω στην κρυσταλλική θάλασσα.
Monday, June 16, 2008
non stop to tokyo
Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι ότι είμαι γιαπωνέζα, με σκιστά μάτια και μαύρα μαλλιά. Όταν βγαίνω έξω φοράω κοντές φούστες με πουκάμισα και κάλτσες μέχρι το γόνατο και όταν γυρίζω στο σπίτι φοράω κιμονό και σαγιονάρες με καλτσάκια. Δεν ζεσταίνομαι, ούτε κρυώνω ποτέ. Μένω στο πιο καθαρό και τακτικό σπίτι που υπάρχει, τα πατώματα είναι καλογυαλισμένο παρκέ, δεν υπάρχουν καρέκλες, ούτε καναπέδες, μόνο μεγάλα μαξιλάρια στο πάτωμα και χαμηλά τραπεζάκια, τα μόνα διακοσμητικά είναι βάζα με μακριά λεπτά λουλούδια και πιάτα από διαφανη πορσελάνη και ξύλινα παραβάν με διακοσμητικά λουλουδάκια, εκεί πίσω αλλάζω τα ρούχα μου, το κρεβάτι μου δεν είναι κρεβάτι, είναι ένα στρώμα στο πάτωμα, στρωμένο με τα απαλότερα σεντόνια, εκει ξαπλώνω με τις ώρες χωρίς να κάνω τίποτα, μόνο κοιτάω το ταβάνι και ακούω pizzicato five. Όλα είναι άσπρα. Όταν σηκώνομαι, χτενίζω τα μαλλιά μου και τρώω ρύζι σε μπολ, φορώντας τισερτ και το εσώρουχό μου. Δεν κάνω ποτέ καμία δουλειά. Για να διασκεδάσω, μιλάω με τις ώρες στο τηλέφωνο και παίζω video games. Έπειτα ντύνομαι πολύ εκκεντρικά και βάφομαι πολύ προσεκτικά και βγαίνω έξω. Όταν βγαίνουμε έξω, πηγαίνουμε σε πολύχρωμα μπαρ ή σε πάρτυ σε διαμερίσματα ή για καραόκε ή σε όλα τα προγούμενα και πίνουμε Hokkaido, όταν μεθάω αρκετά, φιλιέμαι με βαριεστημένους γιαπωνέζους ανάμεσα σε ουρανοξύστες, έπειτα καταλήγω σε κάποιο διαμέρισμα. Το πρωί, φοράω τα μαύρα μου γυαλιά και έπιστρέφω στο όμορφο διαμέρισμά μου, η τηλεόραση παίζει πρωινά προγράμματα όσο εγώ είμαι κάτω από το ντους. Έπειτα τσιρίζω χαρούμενα στο τηλέφωνο ιστορίες για το σεξ της προηγούμενης νύχτας και βγαίνω για ψώνια με τις γιαπωνέζες φίλες μου.
Δεν με απασχολεί ποτέ τίποτα.
Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι ότι είμαι γιαπωνέζα, με σκιστά μάτια και μαύρα μαλλιά. Όταν βγαίνω έξω φοράω κοντές φούστες με πουκάμισα και κάλτσες μέχρι το γόνατο και όταν γυρίζω στο σπίτι φοράω κιμονό και σαγιονάρες με καλτσάκια. Δεν ζεσταίνομαι, ούτε κρυώνω ποτέ. Μένω στο πιο καθαρό και τακτικό σπίτι που υπάρχει, τα πατώματα είναι καλογυαλισμένο παρκέ, δεν υπάρχουν καρέκλες, ούτε καναπέδες, μόνο μεγάλα μαξιλάρια στο πάτωμα και χαμηλά τραπεζάκια, τα μόνα διακοσμητικά είναι βάζα με μακριά λεπτά λουλούδια και πιάτα από διαφανη πορσελάνη και ξύλινα παραβάν με διακοσμητικά λουλουδάκια, εκεί πίσω αλλάζω τα ρούχα μου, το κρεβάτι μου δεν είναι κρεβάτι, είναι ένα στρώμα στο πάτωμα, στρωμένο με τα απαλότερα σεντόνια, εκει ξαπλώνω με τις ώρες χωρίς να κάνω τίποτα, μόνο κοιτάω το ταβάνι και ακούω pizzicato five. Όλα είναι άσπρα. Όταν σηκώνομαι, χτενίζω τα μαλλιά μου και τρώω ρύζι σε μπολ, φορώντας τισερτ και το εσώρουχό μου. Δεν κάνω ποτέ καμία δουλειά. Για να διασκεδάσω, μιλάω με τις ώρες στο τηλέφωνο και παίζω video games. Έπειτα ντύνομαι πολύ εκκεντρικά και βάφομαι πολύ προσεκτικά και βγαίνω έξω. Όταν βγαίνουμε έξω, πηγαίνουμε σε πολύχρωμα μπαρ ή σε πάρτυ σε διαμερίσματα ή για καραόκε ή σε όλα τα προγούμενα και πίνουμε Hokkaido, όταν μεθάω αρκετά, φιλιέμαι με βαριεστημένους γιαπωνέζους ανάμεσα σε ουρανοξύστες, έπειτα καταλήγω σε κάποιο διαμέρισμα. Το πρωί, φοράω τα μαύρα μου γυαλιά και έπιστρέφω στο όμορφο διαμέρισμά μου, η τηλεόραση παίζει πρωινά προγράμματα όσο εγώ είμαι κάτω από το ντους. Έπειτα τσιρίζω χαρούμενα στο τηλέφωνο ιστορίες για το σεξ της προηγούμενης νύχτας και βγαίνω για ψώνια με τις γιαπωνέζες φίλες μου.
Δεν με απασχολεί ποτέ τίποτα.
ο χρόνος με ρουφάει στο κέντρο του
Στο λεωφορείο, τα τζάμια καίνε, οι λαμαρίνες, τα πλαστικά στις χειρολαβές, το σασμάν και τα λάστιχα, όλα τσουρουφλάνε, ένα πύρινο τόξο πάνω σε ελαστικά goodyear, παχύρευστη φωτιά χύνεται πάνω σε τεράστιους λαστιχένιους τροχούς, σκίζει τους δρόμους, σκίζει την άσφαλτο, σκίζει την πόλη, την καίει. Μέσα στο λεωφορείο, οι επιβάτες στοιβαγμένοι, δε μιλάνε, ιδρώνουν και ξειδρώνουν, δεν κοιτάνε ούτε μέσα ούτε έξω, δεν κοιτάνε πουθενά, το λεωφορείο τους καίει τη γλώσσα και τους καίει τα μάτια.
Και ξαφνικά, η άσφαλτος γίνεται υγρή, γίνεται νερό, και το λεωφορείο αρχίζει να κρυώνει, γίνεται στέρεο, γίνεται ένα συνηθισμένο λεωφορείο με γκρι μπλε καθίσματα,ένα μάτσο σίδερα, τόσοι τόνοι λαμαρίνας πάνω σε μαύρα ελαστικά, το νερό δε μπορεί να το συγκρατήσει,το λεωφορείο περνάει την επιφάνεια, βουλιάζει στο νερό, το λεωφορείο βουλιάζει στην άσφαλτο.
Στον πάτο της ασφάλτου όλα είναι όμορφα. Στον πάτο της ασφάλτου τραγουδάμε όλοι.
Στο λεωφορείο, τα τζάμια καίνε, οι λαμαρίνες, τα πλαστικά στις χειρολαβές, το σασμάν και τα λάστιχα, όλα τσουρουφλάνε, ένα πύρινο τόξο πάνω σε ελαστικά goodyear, παχύρευστη φωτιά χύνεται πάνω σε τεράστιους λαστιχένιους τροχούς, σκίζει τους δρόμους, σκίζει την άσφαλτο, σκίζει την πόλη, την καίει. Μέσα στο λεωφορείο, οι επιβάτες στοιβαγμένοι, δε μιλάνε, ιδρώνουν και ξειδρώνουν, δεν κοιτάνε ούτε μέσα ούτε έξω, δεν κοιτάνε πουθενά, το λεωφορείο τους καίει τη γλώσσα και τους καίει τα μάτια.
Και ξαφνικά, η άσφαλτος γίνεται υγρή, γίνεται νερό, και το λεωφορείο αρχίζει να κρυώνει, γίνεται στέρεο, γίνεται ένα συνηθισμένο λεωφορείο με γκρι μπλε καθίσματα,ένα μάτσο σίδερα, τόσοι τόνοι λαμαρίνας πάνω σε μαύρα ελαστικά, το νερό δε μπορεί να το συγκρατήσει,το λεωφορείο περνάει την επιφάνεια, βουλιάζει στο νερό, το λεωφορείο βουλιάζει στην άσφαλτο.
Στον πάτο της ασφάλτου όλα είναι όμορφα. Στον πάτο της ασφάλτου τραγουδάμε όλοι.
Monday, June 9, 2008
Subscribe to:
Posts (Atom)
