Saturday, May 31, 2008

καταμέτρηση/ false alarm

Είμαι σίγουρη ότι κάτι λείπει, μένω στο σπίτι και μετράω τα πράγματά μου, ξανά και ξανά, μπερδεύομαι, πιάνω το μέτρημα πάλι από την αρχή, φτιάχνω λίστες στο μυαλό μου, ανοίγω τα ντουλάπια, ψάχνω ανάμεσα στα ρούχα, ανοίγω τα συρτάρια, αδειάζω τα πράγματα στο πάτωμα, ανοίγω κουτιά και κούτες και κουτάκια, γυρίζω ανάποδα βιβλία και τετράδια, κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι, πίσω από τις κουρτίνες, μετά κάθομαι στο πάτωμα και κοιτάω το ταβάνι λες και θα πέσει κάτι από κει πάνω ουρανοκατέβατο, δεν πέφτει τίποτα, δεν βλέπω τίποτα παρά μόνο άσπρο. Ξαπλώνω, τα πλακάκια είναι δροσερά. Με παίρνει ο ύπνος στο πάτωμα.

Thursday, May 29, 2008

ξεκαθάρισμα λογαριασμών

Απόψε περνάω με μπλάνκο που σβήνει και δεν ξεσβήνει. Άσπρες γραμμές-ταφόπλακες πάνω σε κατάστιχα, κατάλογοι νεκρών χωρίς ονόματα και τώρα πια χωρίς παρελθόν. Ο καιρός της νοσταλγίας- και της κατανόησης- έχει περάσει, είναι καιρός πια να αρχίσουν να τηρούνται ευλαβικά τα απουσιολόγια. Καλά ξεκουμπίδια, αγαπητοί.

Sunday, May 25, 2008

εκδρομή

Άπλωσε το χέρι της. Ηθελε να κρατηθεί από κάπου. Η ζέστη εκεί μέσα ήταν αφόρητη. Ζαλιζόταν. Ήθελε να καθίσει κάπου, αλλά όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες. Ένιωσε το δέρμα του αριστερού της χεριού να πιέζεται πάνω σε ένα από τα φθαρμένα μπορντώ καθίσματα με τις πορτοκαλί ρίγες. Είχε ιδρώσει. Το μακό που φορούσε κολούσε πάνω στην πλάτη της. Τα μαλλιά της κολούσαν πάνω στο μέτωπό της. Εκανε να τα τραβήξει πίσω με μια νευρική αλλά αδύναμη κίνηση. Κοίταξε γύρω της. Οι άνθρωποι γύρω της, οι ξένοι γύρω της της φάνηκαν ξαφνικά να την κοιτάνε περίεργα,πλάγια, να την σχολιάζουν ψιθυριστά, να μιλάνε για αυτήν πίσω από την πλάτη της. Κοίταξε κάτω, τα δάχτυλά της πάνω στις σαγιονάρες. Τα πόδια μου είναι βρώμικα, σκέφτηκε. Έκλεισε τα βλέφαρα για κανα- δυο δευτερόλεπτα. Τα άνοιξε και ο ήλιος την τύφλωσε. Έπειτα το πούλμαν πήρε μια απότομη στροφή. Έχασε την ισορροπία της. Χρειάστηκε να πιαστεί από τον άγνωστο μπροστά της για να μην πέσει. Ντράπηκε. Συγγνωμη, είπε μέσα απ' τα δόντια και γύρισε το κεφάλι από τη άλλη μερια.Είναι πολύ μακριά, σκέφτηκε. Κάθισε στο σκαλοπάτι μπροστά στην πόρτα και άρχισε να κλαίει.

Monday, May 19, 2008

γεύμα

'Ανοιξε το κουτί και άρχισε να το αδειάζει. Εβγαλε από μέσα πρώτα δύο τριαντάφυλλα, μετά μια γυάλα με χρυσόψαρα, έπειτα 2 μαρκαδόρους, έναν μαύρο και έναν μπλέ, και τέλος ένα σάτνουιτς με τυρί. Όλα τα παραπάνω αντικείμενα τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι, εκτός από το σάντουιτς, το οποίο ξετύλιξε προσεκτικά από το σελοφάν στο οποίο ήταν τυλιγμένο και δάγκωσε μια μπουκιά που όμως έφτυσε σχεδόν αμέσως. Έπειτα, άφησε το σάντουιτς πάνω στο τραπέζι και γύρισε προς τη γυάλα με τα χρσόψαρα. Αφού σήκωσε τα μανίκια, πρώτα το αριστερό και μετά το δεξί, έβαλε και τα δύο χέρια μέσα στη γυάλα και βάλθηκε να πιάσει τα χρυσόψαρα που βρίσκονταν εκεί. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να πιάσει το πρώτο, το οποίο τοποθέτησε στο τραπέζι και το άφησε εκεί να σπαρταράει για λίγη ώρα, όση ακριβώς χρειάστηκε για να πιάσει και το δεύτερο. Το άφησε και αυτό στο τραπέζι και επέστρεψε στο πρώτο χρυσόψαρο που ήταν πια ασάλευτο εντελώς. Επιασε τον μπλε μαρκαδόρο, τον άνοιξε κα έγραψε στην πλευρά του ένα γράμμα. Μετά, έπιασε το μαύρο μαρκαδόρο, τον άνοιξε και έγραψε στην πλευρά του εξίσου ασαλευτου πια δεύτερου χρυσόψαρου έναν αριθμο. Αφού τα έκανε αυτά, έπιασε το σάντουιτς, το άνοξε και το άδειασε από το τυρί, το οποίο και πέταξε μέσα στη γυάλα. Πήρε τα δύο τριαντάφυλλα και γέμισε με αυτά το σάντουτις. Στη συνέχεια, άρχισε να το μασουλάει.Έβαλε τα χρυσόψαρα πίσω στο κουτι, το πήρε και έφυγε.

Friday, May 16, 2008

εντομοκτόνο


Μπήκε στο δωμάτιο και άνοιξε το παράθυρο. Εκεί έξω η νύχτα έπεφτε ηδη και ο ουρανός είχε αυτό το βαθύ μπλε χρώμα που έχει συνήθως ο ουρανός όταν η νύχτα δεν έχει ακόμα έρθει οριστικά, όταν υπάρχει ακόμα στην ατμόσφαιρα η υποψία της μέρας. Μέσα στο δωμάτιο, ώστόσο, ήταν ήδη νύχτα, εδώ και πολύ καιρό μάλλον, απ'όσο μπορούσε να καταλάβει από τη μυρωδιά τουλάχιστον. Εκλεισε αποφασιστικά την διάφανη μοβ κουρτίνα και πίεσε τον διακόπτη της παλιάς μεταλικής λάμπας γραφείου που ήταν τοποθετημένη πάνω σε μια στίβα από εφημερίδες, όλες αντίτυπα του Φεβρουάριου του 1980. Το κλικ που ακούστηκε συνοδεύτηκε από την άφιξη στο δωμάτιο ενός κιτρινωπού φωτισμού. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού που ήταν στρωμένο με μπεζ σεντόνια από χοντρό λινό ύφασμα, από αυτό που αν κοιμηθείς πάνω χωρίς ρούχα το πρωί έχεις την αίσθηση ότι ο κώλος σου έχει γεμίσει εξανθήματα. Ενας δροσερός αέρας ερχόταν απ'έξω. Έμεινε σε αυτή τη θέση για λίγο, μπορεί να ήταν μερικά δευτερόλεπτα, ίσως και λίγες εβδομάδες, δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς ποιο ήταν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στο έξω και στο μέσα, αλλά σίγουρα δεν ήταν παραπάνω από τόσο, όχι δεν ήταν, αλλά πάλι δεν είχε και μεγάλη σημασία. Μέσα στο δωμάτιο εξάλλου τίποτα δεν είχε σημασία πέρα από το ίδιο το δωμάτιο, τα αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί, το παλιό πιάνο, τα ψαλίδια στον πάγκο εργασίας, οι φωτογραφίες πάνω στην εταζέρα, η πραγματικότητα της ύπαρξης αυτών των πραγμάτων, το κατά πόσο υπήρχαν στ'αλήθεια, ήταν υπό αμφισβήτηση, η μόνη πραγματικότητα ήταν το δωμάτιο. Έτσι, για όσο χρόνο έμεινε στο δωμάτιο, να κάθεται στο κρεβάτι, δεν έδινε καμία προσοχή στα αντικείμενα που ήταν τοποθετημένα γύρω, παρά είχε τα μάτια καρφωμένα στον απέναντι τοίχο που ξεφλούδιζε υπομονετικά, αποκαλύπτοντας στρώματα από σκόνη και ασβέστη και σοβάδες και ντουβάρια και βγάζοντας έναν ύπουλα καθησυχαστικό ήχο, ένα σταθερής έντασης και συχνότητας χριτς χριτς. Αυτό που θυμάται, όμως, περισσότερο απ' όλα, αυτό που θυμάται με απόλυτη ακρίβεια μνήμης είναι ο ήχος από το κουδουνάκι της γάτας που ακούστηκε στιγιαία καθώς αυτή έμπαινε ανενόχλητη στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο, με ύφος σνομπ απρόσκλητου επισκέπτη που μπαίνει σε ένα χώρο που δεν ανήκει σε κανένα. Ακριβώς τη στιγμή εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι, βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα. Στο διάδρομο ακούστηκε αυτό.


Wednesday, May 14, 2008

φύσηξέ με μέχρι να πεθάνω


Thursday, May 1, 2008

οι άνθρωποι πεθαίνουν



Τη μια στιγμή είναι στην κουζίνα σου και τρώνε ρολό με κιμά και την άλλη γυρίζεις στο σπίτι και είναι φευγάτοι. Και μετά τους φοράς το καλό τους κουστούμι και τους βάζεις σε ένα κουτάκι και τους στέλνεις στο νησί, γυρνάς πίσω και εσύ για να δεις το χώμα που θα τους σκεπάσει, για να δεις τη ζωή που έζησαν και εκείνοι σε περιμένουν ξαπλωμένοι στο κουτάκι τους και αυτό είναι όλο. Ενα κουτί και ένα μαξιλάρι άσπρο, τυλιγμένο σε σελοφάν και δύο τύποι με άσπρα γάντια. Αυτό είναι όλο. Γυρνάς πίσω στο σπίτι και βρίσκεις στο ψυγείο ό,τι απόμεινε από το ρολό.