Tuesday, April 22, 2008

ευτυχία


όταν
δεν
υπάρχει
χρόνος

μόνο

ήχος
και
ένας
'η δύο άνθρωποι
που νιώθουν
κάτι
και
νιώθεις

ακόμα

και εσύ

Monday, April 21, 2008

policy of truth






Κάθομαι εδώ και ακούω depeche και εύχομαι να μπορούσε ο χρόνος να σταματήσει, να ήμουν για μια στιγμή ευτυχισμένη, όχι μεθυσμένη όπως προχθές, ευτυχισμένη όπως χθες, να ήμουν μια στιγμή ευτυχισμένη και μετά ο χρόνος να σταματούσε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πάνε όταν σταματάμε να τους βλέπουμε, σε ποιο παράλληλο σύμπαν υπάρχουν και σε τι πλάσματα ξένα μεταμορφώνονται? 'Ωρες- ώρες σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να έχω γνωρίσει πραγματικά και ούτε ένας άνθρωπος που να με ξέρει, την παρασκευή έλεγα στον ψυχό ότι ούτε εγω δεν ξέρω ποια είμαι και πραγματικά δεν ξέρω και αν θέλω να μάθω, και μετά φύσηξε κάτι δροσερό από τη θάλασσα, το ένιωσα κατευθείαν πάνω στη ραχοκοκκαλιά μου και ξύπνησα, θυμήθηκα ότι είμαι ακόμα άνθρωπος με σάρκα και οστα, fuck.

Monday, April 14, 2008

hawaian blues


σεκανς

'Ενα κουδούνισμα ακούστηκε καθώς η πόρτα άνοιξε και η γυναίκα μπήκε στο κατάστημα. Φορούσε μία κομψή μπεζ καπαρντίνα, ένα μεγάλο μαύρο καπέλο με πλατύ γείσο και μαύρα γυαλιά. 'Οταν έφτασε στη μέση του καταστήματος στάθηκε. 'Επειτα κοίταξε τριγύρω δίχως να βγάλει τα μαύρα της γυαλιά. Το κατάστημα ήταν ένα ψηλοτάβανο λευκό δωμάτιο. Οι τοίχοι καλύπτονταν από άδεια ράφια. Δεν υπήρχαν αντικείμενα, ούτε έπιπλα, μόνο η γυναίκα και η μορφή της που καθρεφτιζόταν στο καλογυαλισμένο μωσαικό του δαπέδου. Κάποιος θα πρέπει να έτριβε αυτό το δάπεδο για εκατομμύρια ώρες πεσμένος στα τέσσερα. Ο άνδρας πλησίασε τη γυναίκα. Φορούσε ένα ακριβό καλοραμμένο κουστούμι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Τα μαλλιά του ήταν καλοχτενισμένα, με χωρίστρα στο πλάι.
"Θα μπορούσα να σας βοηθήσω?", ρώτησε ο άνδρας και πρόσεξε τα χέρια της γυναίκας που ήταν τόσο απαλά και με νύχια τόσο φροντισμένα. "Αυτά τα χέρια δεν έχουν πλύνει ποτέ πουκάμισο μικρού αγοριού", σκέφτηκε ο άνδρας.
Η γυναίκα πρόσεξε τη φωνή του άνδρα που ήταν ευγενική αλλά λίγο γλυκερή, όχι όμως γλοιώδης. "Αυτός ο άνδρας δεν έχει τραγουδήσει ποτέ μεθυσμένος", σκέφτηκε η γυναίκα.
"Όχι", απάντησε και μετά προχώρησε προς τα μέσα.
'Επειτα, άρχισε να βγάζει τα ρούχα της ένα- ένα. Όταν πια τα έβγαλε όλα ξάπλωσε στο κρεββάτι.
Ο άνδρας έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο και ένα ασημί στυλό. Μετά κάθισε σε μια βελούδινη βαθυκόκκινη πολυθρόνα που βρισκόταν απέναντι από το κρεββάτι και άρχισε να κρατάει σημειώσεις.
'Υστερα από λίγο, σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει από το πάτωμα τα ρούχα της γυναίκας και να τα διπλώνει προσεκτικά. Όταν πια τελείωσε, κάθισε και πάλι στην πολυθρόνα. Δεν έκανε τίποτα πλέον, μόνο κοίταζε απέναντι.

Γιατί είσαι τόσο κρύα και θλιμμένη?

Tuesday, April 8, 2008


πιθανότητες

Περπατάω πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει αυτό που υπήρξε από αυτό που θα υπάρξει για μια στιγμή και αυτό που δεν θα υπάρξει ποτέ και αυτό που θα υπάρχει για πάντα,το φως χάνεται, πετάει μακριά και προσγειώνεται πάνω σε κάτι γυάλινο και από εκεί αρχίζει και πάλι να υπάρχει, διαχέεται σε ένα μόνο τμήμα του χώρου που μέχρι πριν λίγα λεπτα καταλάμβανε ολοκληρωτικά, τα κτίρια συγχωνεύονται, οι γραμμές μαλακώνουν, τα όρια μπερδεύονται.Διάθλαση. Η σκιά σου μπερδεύεται με τη δικιά μου. Μετράω τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο και το αν συνεχίζω να προχωράω προς τα εμπρός σε αυτή την πόλη είναι ένα καθαρά τυχαίο γεγονος.

Friday, April 4, 2008

άνοιξη #2



'Ολη -η- πόλη -έχει- γεμίσει- μικρά -ροζ -λουλουδάκια.


Wednesday, April 2, 2008

close enough





Κοιτάζω τη μούρη μου στον καθρέφτη που κρέμεται δίπλα στην εξώπορτα και προσπαθώ να χαμογελάσω. Αντί για χαμόγελο βλέπω να σχηματίζεται μια σιχαμερή γκριμάτσα που κάνει το στόμα μου να μοιάζει με στραβοχυμένο λουκουμά. Μένω για λίγο να κοιτάζω αυτό το πράγμα που με κοιτάζει πίσω από τον καθρέφτη, τα μάτια του γυαλίζουν και τα μάγουλα του είναι πρησμένα λες και έτρωγε για ένα μήνα κορτιζόνη ανακατεμένη με αλάτι για πρωινό μεσημεριανο και βραδινό. Δε γαμιέται, σκέφτομαι, πιάνω τα κλειδιά και ανοίγω την εξώπορτα.

Στο δρόμο για τη στάση σκέφτομαι πως θα ήταν αν οι άνθρωποι δεν αποτελούνταν από σώμα και ψυχή, ή όπως αλλιώς θέλεις να το πεις αυτό το πράγμα που μας κάνει να αισθανόμαστε και να σκεφτόμαστε, αυτό που δεν μ'αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια, πως θα ήταν λοιπόν, αν οι άνθρωποι δεν είχαν σώμα αλλά ήταν μόνο ενέργεια και μετά σκέφτομαι τι μορφή θα είχε αυτή η ενέργεια και που θα μπορούσε να ταξιδέψει. Και έπειτα σκέφτομαι πόσο απεριόριστες θα ήταν οι δυνατότητες αν η ενέργεια αυτή δεν είχε τη μορφή της ύλης και πως θα ήταν τότε ο χώρος, το περιβάλλον, αφου δεν θα είχαμε πια ανάγκη ούτε από σπίτια, ουτε από αυτοκίνητα, ούτε από τίποτα άλλο, θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε παντού και να είμαστε παντού, αλλά τι θα κάναμε εκεί που θα πηγαίναμε και τι νόημα θα είχε να ταξιδέψουμε αφού παντού θα ήταν το ίδιο, ούτε σπίτια, ούτε αυτοκίνητα, αλλά μήπως και τώρα όπου και να πάμε το ίδιο δεν είναι, είμαστε παντού οι ίδιοι, ίσως θα ήταν καλύτερα να καταργήσουμε την ύλη εντελώς, να καταργήσουμε το περιβάλλον, αλλά δεν ξέρω αν θα υπήρχε χώρος τότε και τι θα σήμαινε χώρος, αλλά θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε ο ένας στον άλλο τη σκέψη μας και το συναίσθημά μας απευθείας και δεν θα υπήρχε κανένα εμπόδιο να παρεμβάλλεται ανάμεσά τους, μόνο μια αδιάκοπη ανταλλαγή.

Θέλω κάποιον που να μπορεί να με κάνει να νιώσω άνθρωπος, αλλά δεν ξέρω καν τι είναι αυτό το πλάσμα.