Friday, February 22, 2008
Sunday, February 17, 2008
λάικα
Υπάρχει
αυτό το μέρος
που πηγαίνω
δεν θέλω να πάω
αλλά πηγαίνω
δεν ξέρω γιατί
και πως
βρίσκομαι εκεί
απλά
κλείνω τα
μάτια μου
και μετά
τα ανοίγω
και μετά
είμαι
εκεί
με μια τρύπα
στο στομάχι μου
δεν με καλεί κανείς
και όταν είμαι εκεί
θέλουν να φυγω
και εγώ
θέλω
να φύγω
και δεν ξέρω
πως βρέθηκα εκεί
και γιατί πήγα
από την αρχή
απλά
βρέθηκα
σήμερα
το μεσημέρι
ήμουν στο κέντρο
και το χιόνι έπεφτε
γύρω
απο τη στάση του λεωφορείου
πάνω
στις πορτοκαλιές
πάνω στα αγάλματα
πάνω
στο πεζοδρόμιο
πάνω
στην άσφαλτο
πάνω μου
στη στάση
μια χοντρή κυρία
ρωσίδα
είπε
κρατούσε ομπρέλλα
και
είπε
στον άντρα
δίπλα της
ελάτε
κατω απο την ομπρέλλα μου
να σας ζεστάνω
κρύο
κρύο
κρύο
το χιόνι
είναι το μόνο
καλό πράγμα
που συνέβη
εδώ και μέρες
θα μπορούσαμε
να πάμε
να ζήσουμε
σε κάποια βόρεια χώρα
που
θα έχει πολύ κρύο
και θα χιονίζει συνέχεια
και όλα θα είναι άσπρα
και θα ΄΄εχει πολύ κρύο
αλλά δεν θα μας νοιάζει
θα μένουμε όλη μέρα μέσα
και μέσα θα έχει ζέστη
και θα τρώμε παγωτό
και εγώ θα φοράω τα ρούχα σου
και εσύ τα δικά μου
και δεν θα βγαίνουμε έξω ποτέ
μόνο θα μένουμε μέσα
και θα βλέπουμε το χιόνι να πέφτει
τρώγοντας παγωτό
και πίνοντας τσάι
μόνο όταν βαριόμαστε
θα πηγαίνουμε σε ένα άλλο σπίτι
και μετά σε ένα άλλο
και άλλο
και άλλο
και έτσι
θα περνάει ο
καιρός
καιρός
καιρός
έχω
ένα παγάκι
στο λαιμό
δεν
με αφήνει
να μιλήσω
να
σου
μιλήσω
άλλα
και να μπορούσα
να μιλλήσω
δεν ξέρω
αν θα καταλάβαινες]
τις ίδιες λέξεις
σε μια άλλη γλώσσα
νιώθω
μια ενόχληση
το μεσημέρι
κατάφερες
να με ενοχλήσεις
πως το κατάφερες
και τώρα
αυτό
με
φοβίζει
αυτό το μέρος
που πηγαίνω
δεν θέλω να πάω
αλλά πηγαίνω
δεν ξέρω γιατί
και πως
βρίσκομαι εκεί
απλά
κλείνω τα
μάτια μου
και μετά
τα ανοίγω
και μετά
είμαι
εκεί
με μια τρύπα
στο στομάχι μου
δεν με καλεί κανείς
και όταν είμαι εκεί
θέλουν να φυγω
και εγώ
θέλω
να φύγω
και δεν ξέρω
πως βρέθηκα εκεί
και γιατί πήγα
από την αρχή
απλά
βρέθηκα
σήμερα
το μεσημέρι
ήμουν στο κέντρο
και το χιόνι έπεφτε
γύρω
απο τη στάση του λεωφορείου
πάνω
στις πορτοκαλιές
πάνω στα αγάλματα
πάνω
στο πεζοδρόμιο
πάνω
στην άσφαλτο
πάνω μου
στη στάση
μια χοντρή κυρία
ρωσίδα
είπε
κρατούσε ομπρέλλα
και
είπε
στον άντρα
δίπλα της
ελάτε
κατω απο την ομπρέλλα μου
να σας ζεστάνω
κρύο
κρύο
κρύο
το χιόνι
είναι το μόνο
καλό πράγμα
που συνέβη
εδώ και μέρες
θα μπορούσαμε
να πάμε
να ζήσουμε
σε κάποια βόρεια χώρα
που
θα έχει πολύ κρύο
και θα χιονίζει συνέχεια
και όλα θα είναι άσπρα
και θα ΄΄εχει πολύ κρύο
αλλά δεν θα μας νοιάζει
θα μένουμε όλη μέρα μέσα
και μέσα θα έχει ζέστη
και θα τρώμε παγωτό
και εγώ θα φοράω τα ρούχα σου
και εσύ τα δικά μου
και δεν θα βγαίνουμε έξω ποτέ
μόνο θα μένουμε μέσα
και θα βλέπουμε το χιόνι να πέφτει
τρώγοντας παγωτό
και πίνοντας τσάι
μόνο όταν βαριόμαστε
θα πηγαίνουμε σε ένα άλλο σπίτι
και μετά σε ένα άλλο
και άλλο
και άλλο
και έτσι
θα περνάει ο
καιρός
καιρός
καιρός
έχω
ένα παγάκι
στο λαιμό
δεν
με αφήνει
να μιλήσω
να
σου
μιλήσω
άλλα
και να μπορούσα
να μιλλήσω
δεν ξέρω
αν θα καταλάβαινες]
τις ίδιες λέξεις
σε μια άλλη γλώσσα
νιώθω
μια ενόχληση
το μεσημέρι
κατάφερες
να με ενοχλήσεις
πως το κατάφερες
και τώρα
αυτό
με
φοβίζει
Sunday, February 10, 2008
πάγος
Όλο το βράδυ άγνωστοι άνθρωποι τριγυρνούσαν σκυφτοί γύρω από το κρεββάτι της. Από κάπου μακριά ακουγόταν ο ήχος τρυπανιών που έσκαβαν τη γη και το ουρλιαχτό λύκων. Κάποιοι έσκαβαν μια τρύπα 30 μέτρα βαθιά, έσκαβαν όλη τη νύχτα. Τα τρωκτικά σέρνονταν στα λαγούμια τους με μάτια που γυάλιζαν και πεινασμένα δόντια. Κάτι εξαθλιωμένα, κοκκαλιάρικα αγρίμια γύριζαν μάταια και αυτά. Κάποιοι άλλοι άνοιγαν αθόρυβα μικρά ανοίγματα σους τοίχους και την κοίταζαν απο κει που κοιμόταν, λευκή πάνω σε λευκά σεντόνια, η τρυφερή της σάρκα γυμνή, το απαλό σώμα σαβανωμένο με ένα πέπλο αιώνιας γαλήνης, τα μαλλιά της αναπαύονταν πάνω στο μαξιλάρι, τα σφαλιστά της μάτια δεν έβλεπαν όνειρα, τα βλέφαρά της ήταν βαριές κουρτίνες στον κόσμο, τα μαλακά της χείλη δεν περίμεναν κανενός φειλή, τα δάχτυλά της σχημάτιζαν σταυρούς. Το δωμάτιο μύριζε θειάφι, αλλά το δέρμα της ανέδιδε μια λεπτή μυρωδιά -γιασεμί πρέπει να ήταν- που απλωνοταν γύρω και πάνω από το κρεββάτι. Εκείνος την πλησίασε και την χάιδεψε με χέρια που δεν άγγιζαν και την φίλησε με χείλη που δεν μπορούσαν να φιλήσουν. Εκείνη παρέμεινε παγωμένη και ασάλευτη. 'Ολος ο χρόνος είχε σταματήσει.
Το πρωί, όταν ξύπνησε, βρήκε ένα ροδοπέταλο πάνω στο σεντόνι της, ακριβώς ανάμεσα στα πόδια της.
Wednesday, February 6, 2008
Subscribe to:
Posts (Atom)
