Monday, August 13, 2007

αιθουσα αναμονης

Όσο ειμαστε στην Αθήνα, ο χρόνος κυλάει αργα,όπως πρέπει να κυλάει ο χρόνος στις διακοπές. Αλλα μόνο στο νησί. Όταν είσαι στην πόλη, το τικ τακ του ρολογιού ακούγεται σχεδόν σαδιστικό. Πίνουμε καφέδες και τρώμε τα νύχια μας μέχρι να μπoύμε και πάλι στο πλοίο. Μέχρι τον επόμενο προορισμό.
Κάπου διάβαζα ότι τα ταξίδια είναι η τελευaία διέξοδος από την βαρεμάρα της καθημερινότητάς μας, την ανία της ζωής μας όπως εμείς την φτιάξαμε, όπως την ονειρευτήκαμε και μετά, ζώντας την, μπουχτίσαμε. Πηγαίνοντας σε ένα καινούριο τόπο, ανακαλύπτοντας καινούρια πράγματα, νιώθεις ότι επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου. Ψευδαίσθηση. Απλά τον αφήνεις για λίγο πίσω, γιατί είσαι αρκετά απασχολημένος με το να ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα.Αν μείνει στασιμος για πολύ, ο εαυτός σου σε προλαβαίνει και πάλι και η ψευδαίσθηση διαλύεται.

capote


The brain may take advice, but not the heart, and love having no geography, knows no boundaries: weight and sink it deep, no matter, it will rise and find the surface: and why not? any love is natural and beautiful that lies within a person's nature; only hyprocrites would hold a man responsible for what he loves, emotional illiterates and those of righteous envy, who, in their agitated concern, mistake so frequently the arrow pointing to heaven for the one that leads to hell.

Friday, August 10, 2007

Καλοκαιρινο ταξίδι

Η Άνδρος είναι το νησί της εφηβείας μου, του πρώτου μου έρωτα, της πρώτης μου σχέσης, της σχολικής μου παρεας.Το νησί-καταφύγιο από τους εφιάλτες τηςεφηβείας νου, το δεντρόσπιτο που σκαρφάλωνα και κρυβόμουν απο τους γονείς μου. Το μέρος όπου δεν με ένοιαζε τίποτα, το μέρος όπου ήμουν ασφαλής. Στα νερά της Ανδρου βούτηξα για πρώτη φορά, το πρώτο καλοκαίρι, κορίτσι, παιδάκι, και βγήκα γυναίκα το τελευταίο καλοκαίρι.
Πήγα στην Ανδρο ξανά φέτος, δύο χρόνια μετά από τον χωρισμό μου με το αγόρι που με πήγε εκεί για να με κρύψει για πρώτη φορά. Για να με προστατέψει. Μαζί ήμασταν ανίκητοι. Θα βουτούσαμε στα νερά και θα γινόμασταν αθάνατοι.Δεν θα γερνούσαμε ποτέ.Θα ζούσαμε για πάντα. κρυβόμασταν στο ίδιο μέρος ξανά και ξανά για χρόνια πολλά, πότε οι δυο μας, πότε με τον Κ. και την Σ.,τους άλλους δύο που συμπλήρωναν την μικρή μας παρέα. Τρώγαμε, πίναμε και κάναμε μπάνιο και έτσι περνουσαν τα καλοκαίρια, σε μια βεράντα, με θέα τα φωτάκια του χωριού, με όλα τα αστέρια του ουρανού από πάνω μας. Μέχρι το τελευταίο καλοκαίρι που ήμασταν εκεί και οι τέσσερις μαζί, νόμιζα ότι θα συνεχίζαμε να επιστρέφουμε στον ίδιο τόπο ξανά και ξανά για πάντα, η μικρή μας τετράδα. Μέχρι που το τελευταίο καλοκαίρι βουτήξαμε όλοι μαζί στο νερό και όταν βγκαμε δεν είμασταν πια οι ίδιοι. Είχαμε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο.
Πήγα ξανά στο νησί με το ίδιο αγόρι. Οι άλλοι δύο δεν ήταν εκεί. Ο Κ. στο στρατό και η Σ. στην Γερμανία. Δύο αλλοι ήταν εκεί στη θέση τους. Δύο άλλοι ήταν εκεί στη θέση μας.
Δεν ξέρω τι περίμενα να βρω γυρίζοντας σ'αυτον τον τόπο. Το κορίτσι που άπλωνε την πετσέτα του στον ήλιο και ξάπλωνε με τις ώρες και ήταν ευτυχισμένο, το αγόρι που το προστάτευε, το αγόρι που θα ήταν για πάντα εκεί για να το παίρνει μακριά, χωρίς να έχει σημασία αν ήταν εραστές, φίλοι, αδέλφια. Ήταν το ίδιο πρόσωπο.
Όταν έφτασα, το αγόρι με περίμενε στο λιμάνι. Μου πήρε το σακίδιο από την πλάτη, με βοήθησε να ανέβω και πάλι στο δεντρόσπιτο. Φάγαμε φρούτα και ήπιαμε κρασί ακούγωντας ξεχασμένα τραγούδια από ένα παλιό ραδιόφωνο. Απο πάνω μας, ένας ανδριώτικος ουρανός γεμάτος αστέρια. Έπειτα, απλώσαμε τις πετσέτες μας και ξαπλώσαμε πάνω στη ζεστή άμμο.
Και έπειτα σηκώθηκε αέρας . Και ήρθαν και κύμματα. Και σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό. Και ο ήλιος που μας ζέσταινε χάθηκε. Και μια ψιλή πένθιμη βροχή άρχισε να πέφτει. και το κορίτσι γύρισε και κοίταξε δίπλα του και το αγόρι δεν ήταν πια εκεί. Και το κορίτσι κατάλαβε ότι το αγόρι δεν ήταν ποτέ εκεί. Ηταν μια οπτασία, ένα όνειρο. Μια μορφή που δημιούργησε μόνη της για να την κουβαλήσει μέσα από τα χρόνια γιατί ήταν πολύ αδύναμη για να κουβαλήσει μόνη της τον εαυτό της.Και το κορίτσι κατάλαβε και κάτι ακόμα.Κάτι που ήταν ακόμα πιο οδυνηρό, κάτι που την έσκισε στα δύο. Κατάλαβε ότι η ευτυχία της δίπλα στο αγόρι ήταν ακι αυτή δικό της κατασκεύασμα. Όλα αυτά τα χρόνια μπαινόβγαινε στην προστασία μιας φαντασίωσης, μιας ονειροπόλησης. Δεν υπήρξε ποτέ ετυχισμένη. Ούτε και ήταν πια ικανή να φτιάχνει οικοδομήματα φανταστικής ευτυχίας. Το μόνο που μπορούσε πια να κάνει ήταν να κρύβεται σε υγρά λαγούμια ή σε καβούκια πεθαμένων ζώων. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει με ένα κλάμα βουβό.
Υστερα ήρθαν και οι άλλοι δύο, ντυμένοι στα μαύρα, να τους βοηθήσουν να βαστάξουν το φέρετρο της πεθαμένης τους αθωότητας, αυτού του πλάσματος που υπήρξαν κάποτε. Γιατι τα φέρετρα χρειάζονται τέσσερις για να τα βαστάξουν.
Πολύ μικροί και πολύ ανήμποροι. Πολύ νέοι και πολύ γέροι.Δεν μας ξεγέλασε κανείς.Μόνοι μας ξεγελάσαμε τους εαυτούς μας. Κάποιοι συνέχισαν να τους ξεγελάνε και κάποιοι απόμειναν να μυξοκλαίνε.
Στο δρόμο της επιστροφής διάβαζα στο κατάστρωμα. Ο ήλιος μου ζέσταινε τα πόδια. Ο αέρας μου δρόσιζε το πρόσωπο. Η θάλασσα τριγύρω. Ησυχία. Μόνη μου. Όλοι οι άλλοι κάτω από το νερό.
Αλλά ο,τι και να κάνω δεν μπορώ να ξεφύγω από τον εαυτό μου.

Friday, August 3, 2007

hiding away

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι μπροστά σε ένα δίλημμα:
Να μείνω στην Αθήνα και να συνεχίσω να βράζω με τους ελάχιστους εναπομείναντες Αθηναίους και να περνάω τον καιρό μου μεγαλώνοντας την τρύπα του όζοντος ανοιγοντας το αιρ-κντισιον στο φουλ και βλέποντας dvd και γκευ ταινίες στην τηλεόραση (παίζει πολλές τελευταία) ή να φύγω για νησάκι του Αιγαίου με τους φίλους μου??
Οποιοδήποτε φυσιολογικό κορίτσι θα επέλεγε το πρώτο.
Αυτό εδώ?